Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Βασικός μας στόχος ήταν η ευαισθητοποίηση των παιδιών.'Ετσι σε αρκετούς μικρούς μας φίλους μοιράσαμε φυτά μαζί με αυτή την μικρή ιστοριούλα.








   Έναν καιρό και μια φορά ,εεεε… μια φορά και έναν καιρό λοιπόν ,σε ένα χωριουδάκι όμορφο ζούσε η μικρή και ζωηρή Βασιλική με τους γονείς της, το μικρό αδερφό της και τον πολυαγαπημένο της παππού. Ζούσαν σε ένα μικρό σπίτι ,με πολλά δέντρα και πολλά λουλούδια,
η Βασιλική εδώ που τα λέμε δεν πολυσυμπαθούσε τα λουλούδια. Είχε γεμίσει η αυλή από δαύτα. άκου εκεί…γέμιζαν την αυλή και δεν είχε χώρο για πολλά παιχνίδια, άσε που όταν έπαιρνε το μεγάλο τόπι το χρωματιστό, δεν μπορούσε να το πετάξει στην αυλή, εδώ κι εκεί όπως της άρεσε.
Η μαμά την μάλωνε και τις έλεγε να είναι πιο προσεκτική .Ο παππούς την έπαιρνε γλυκά στην αγκαλιά του και της έλεγε  πως και τα λουλουδάκια έχουν ψυχούλα, φυτοψυχούλα , αναπνέουν κι αυτά. Όταν είναι χαρούμενα πρασινίζουν, ανθίζουν, όπως εσύ χαμογελάς, όταν είναι στεναχωρημένα κιτρινίζουν, ρίχνουν τα φύλλα τους, όπως εσύ κλαίς Βασιλική μου ,έλεγε ο παππούς ήρεμα.
    Ο παππούς, την άνοιξη και το καλοκαίρι, καθόταν πάντα στην ίδια θέση της αυλής, δίπλα στο ξύλινο χαμηλό παραθύρι, το οποίο στο πρεβάζι του , είχε μια  πήλινη γλάστρα και η γλάστρα είχε  μέσα ένα  παράξενο φυτό, πολύ παράξενο φυτό στ’ αλήθεια… άλλοτε ήταν φουντωτό και πράσινο, άλλοτε μικρό και αδύναμο, άλλοτε δεν φαινόταν καθόλου, άλλοτε πάλι ήταν άσχημο καφέ και ξερό… Πάντα όμως μύριζε όμορφα…Ο παππούς συχνά το ακουμπούσε και ανακάτευε απαλά τα φύλλα του, όταν η Βασιλική  τον ρωτούσε  ‘τι κάνεις τώρα παππού;’ ‘ θυμάμαι Βασιλικούλα μου θυμάμαι’  έλεγε εκείνος.
‘Ετσι περνούσε ο καιρός…
Όταν έλιωναν τα χιόνια και άρχιζε να πρασινίζει το μικρό χωριό, η Βασιλική που τα παρατηρούσε όλα ,είχε δει πως κάθε χρόνο  αυτή την  εποχή ο παππούς έβγαζε από την τσέπη του ένα μικρό άσπρο  μαντηλάκι , δεν είχε ρωτήσει ποτέ τι ήταν αυτό το μαντηλάκι, μα φέτος αποφάσισε να ρωτήσει, γιατί καθώς κοιτούσε τον παππού ,
είδε πως  κοιτούσε το μαντηλάκι έτσι όπως  κοιτούσε και εκείνη, πως δηλαδή , τα μάτια του  χαμογελούσαν.
Ο παππούς της είχε πει πως δεν χαμογελούν μόνο τα χείλη χαμογελούν και τα μάτια κι ότι αυτό είναι πιο σπουδαίο χαμόγελο. Η Βασιλική  τότε δεν πολυκαταλάβαινε μα σήμερα κατάλαβε .Πλησίασε τον παππού εκείνη την ημέρα και με περιέργεια κοίταξε το μαντήλι , ‘μπα… δεν έχει   τίποτα μέσα…μα να…λίγα μικρά μαύρα ,μαύρα …αχ  τι μαύρα όμως…τι είναι αυτά παππού;’ ρώτησε ζωηρηρά, ΄σποράκια Βασιλικη σποράκια,σποράκια είναι η  ζωή ’,΄δηλαδή παππού;’ ο παππούς για πρώτη δεν της εξήγησε, παράξενο… πάντα απαντούσε στις ερωτήσεις της, παρά πήρε την πήλινη γλάστρα του και της είπε ‘τώρα είναι δική σου ’, ο παππούς δάκρυσε η Βασιλική πάλι δεν κατάλαβε μα ένιωθε   πως ήταν μια σημαντική στιγμη.
’Ελεγε ο παππούς πως τις σημαντικές στιγμές, φορές μόνο τις νιώθουμε  και ας μην τις καταλαβαίνουμε πάντα την ώρα που τις ζούμε, τις καταλαβαίνουμε μετά…
‘Λοιπόν παππού τι πρέπει να κάνω τώρα ;’  ΄Βασιλικη μου ,σκέψου πως τα σποράκια είναι τα παιδάκια σου ,πρέπει να τους βρεις ένα σπιτάκι ,να τα φροντίζεις να τα αγαπάς ’, ΄και μετά παππού;’ ρώτησε ανυπομονα, ‘μετά Βασιλικούλα θα δεις μόνη σου…τώρα που έχεις παιδάκια θα έχεις και υπομονή…’, ‘λοιπόν παππού το σπιτάκι τους θα είναι η πήλινη γλάστρα …’ναι Βασιλικουλα της είπε και το μόνο που θα πρέπει να κάνεις είναι να τα ποτίζεις με νεράκι και να τα αγαπάς λιγουλάκι’,Σκέφτηκε η βασιλικη πως το νερό για τα σποράκια της είναι ότι το φαγητό  για αυτή και τον αδερφό της.
Κάθε μέρα η βασιλική έριχνε λίγο νεράκι .Ηθελε να ρωτήσει τον παππού τι θα γίνει τώρα, μα θυμόταν  πως πρέπει να έχει υπομονή και σταματούσε.
Μια Κυριακή λοιπόν, πήγε κοντά στη γλάστρα και τι  να δει; Ω θεέ μου τα σποράκια της είχαν γίνει πράσινα λεπτά κλαδάκια, έβγαλαν κλαδάκια μα τι θαύμα είναι αυτό!Σε λίγες μέρες έβγαλαν και φυλλαράκια  κι άλλα φυλλαράκια…και τώρα πια τα μικρά- μικρά μαύρα σποράκια,  είχαν γίνει ένας φουντωτός ,καταπράσινος και μοσχοβολιστός βασιλικός!Tι χαρά που είχε η Βασιλική! Καμάρωνε το βασιλικό της!      Πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε το φθινόπωρο και άρχισε να κάνει κρύο, μα κάτι δυσάρεστο άρχισε να συμβαίνει …ο βασιλικός της Βασιλικής άρχισε να μαραζώνει, ‘γιατί παππού;’ ρώτησε η Βασιλική στεναχωρημένη, ‘Bασιλικη μου η ζωή-γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, μεγαλώνουμε κι άλλο  και μετά φεύγουμε…και μετά πάλι από την αρχή…Ο παππούς χαμογέλασε μα η Βασιλική ήθελε να βάλει τα κλάματα .Ο παππούς το κατάλαβε ‘ω Βασιλικούλα μου είναι όμορφη η ζωή μην στεναχωριέσαι…κοίτα πόσο όμορφη…’ Ο βασιλικός λοιπόν καθώς ξεράθηκε ,στην άκρη των φύλλων του είχε κάτι, κάτι μικρά -  μικρά μαύρα σποράκια, ίδια με τα σποροπαιδάκια της Βασιλικής…ο παππούς τα πήρε γλυκά , τα έβαλε στο άσπρο μαντήλι του και το  έδωσε στη Βασιλική.
Η Βασιλική τώρα ήξερε τι θα τα κάνει, θα τα φυλάξει και όταν το χωριό πρασινίσει θα τα βάλει στη γλάστρα της.
Όταν έφυγε ο παππούς για πάντα ,η Βασιλική ήταν μεγάλη πια.Μα υπήρχαν στιγμές που της  έλειπε τόσο ο παππούς… αυτές τις στιγμές πήγαινε στην πήλινη γλάστρα, χάιδευε απαλά το βασιλικό της και θυμόταν ..οι αναμνήσεις που έλεγε κάποτε ο παππούς…Θυμόταν τον παππού ,την αγκαλιά του, τα παιχνίδια, τα σοφά του λόγια και η ψυχή της γέμιζε αγάπη. Φανταζόταν πως τα μάτια του παππού, τώρα χαμογελούσαν…κατάλαβε ακόμη πως ο βασιλικός ήταν το αγαπημένο του φυτό γιατί είχε το όνομα της γιαγιάς…
Τώρα η Βασιλική που  έγινε μαμά σε παιδάκια πια… ξέρει πως η πήλινη γλάστρα, δεν θα μείνει ποτέ άδεια.  
ΤΕΛΟΣ.
ΜΑ ΤΙ ΤΕΛΟΣ ΛΕΩ… ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ …ΓΙΑΤΙ  ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ.
Λοιπόν παιδάκια το φυτάκι αυτό που σας δώσαμε ,μπορείτε να το αγαπήσετε όσο θέλετε…Μπορείτε αν θέλετε να το κάνετε ευτυχισμένο. Πώωως; Ρώτησε κάποιος πώωως; Λοιπόν θα πρέπει να το ποτίζεις με νεράκι, αλλά όχι με πίεση. Μην πας με το λάστιχο από πάνω λες και θα γεμίσεις καμιά πισινούλα.,  πότισε γλυκά γλυκά, σιγά σιγά. Καλό είναι να περιμένεις να στεγνώνει το χώμα και μετά να το ποτίζεις. Α, να μην το ξεχάσω αν το ποτίζεις πολύ τότε  το  νεαρό  φυτάκι σου θα αρρωστήσει(γκουχ γκουχ).Προσοχή!
Εντάξει λοιπόν το φυτάκι σου μεγάλωσε κι άλλο ,τώρα είναι έτοιμο για σπορά σε εξωτερικό χώρο .Βρές ένα σημείο του κήπου, αν δεν έχεις κήπο τότε μια μεγάλη γλάστρα, άνοιξε μια λακουβίτσα , αφαίρεσε  προσεκτικά το κυπελάκι  και τοποθέτησε το φυτάκι μαζί με τη μπαλίτσα του χώματος(είναι φίλοι αχώριστοι βλέπετε) στην λακοιβίτσα ,ρίξε γύρω από το φυτό κι άλλο λίγο χωματάκι,  ποτίσε το και είναι έτοιμο! Όμορφο και ευτυχισμένο!Σε λίγους μήνες αν το αγαπάς και το φροντίζεις, δηλαδή αν το ποτίζεις συχνά και δεν αφήνεις χορταράκια να το ενοχλούν τότε, το καλοκαίρι, για να σε ευχαριστήσει ,θα σου δώσει νόστιμα πεπονάκια…για σένα ,πεπονακια μυρωδάτα! Μόλις φας τα νόστιμα πεπονάκια μην ξεχάσεις…να κρατήσεις τα σποράκια…και του χρόνου πάλι πεπονάκια από το πεπονάκι σου!
Του χρόνου πια θα τοποθετήσεις τα σποράκια σου ένα- ένα σε ένα μικρό ποτηράκι και σε απόσταση το ένα από το άλλο για να μη μαλώνουν.  Τους μικρούς  σπόρους τους τοσοδούλικους ,σαν του πεπονιού σου , που τους βλέπει μόνο ένα στρουμφάκι, τους ποτίζεις,τους αγαπάς …ε και τώρα ξέρεις να μην τα λέμε πάλι….Καλή επιτυχία!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου